λιοτρόπι

λιοτρόπι
το см. λιόδρομο

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "λιοτρόπι" в других словарях:

  • λιοτρόπι — το 1. λαϊκή ονομασία τού ηλιοστασίου 2. φυτό τού οποίου τα άνθη και τα φύλλα στρέφονται προς τον ήλιο …   Dictionary of Greek

  • ηλιοτρόπιο — I (heliotropium).Γένος δικοτυλήδονων ποωδών και σπάνια ημιθαμνωδών φυτών ύψους έως 1,50 μ. που κατάγεται από το Περού. Η επιστημονική του ονομασία είναι η. το περουβιανό. Περιλαμβάνει 250 περίπου είδη των εύκρατων περιοχών. Έχει εναλλασσόμενα… …   Dictionary of Greek

  • λιο- — (I) α συνθετικό λέξεων τής Νέας Ελληνικής (κυρίως λογοτεχνικών ή διαλεκτικών) που σχηματίστηκε από το ηλι(ο) * (< ήλιος), με σίγηση τού αρκτικού η , και δηλώνει ότι αυτό που σημαίνει το β΄ συνθετικό είτε αναφέρεται στον ήλιο (λιοβασίλεμα,… …   Dictionary of Greek

  • ηλιοτρόπιο — ηλιοτρόπιο, το και λιοτρόπι, το γενική ονομασία ορισμένων φυτών που τα φύλλα τους και τα λουλούδια τους στρέφονται προς τον ήλιο (διαφορετικό φυτό είναι ο ήλιος) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»